προδιαλογίζομαι
προδιαλογίζομαι, discuss previously
προδια-λογίζομαι,
- discuss previously, Chrysipp.Stoic. 3.129.
προ·διαλογίζομαι, délibérer auparavant, Chrysipp. (Gal. 5, 150).
προδιαλογίζομαι, discuss previously