About
Menu

προδιαμαρτύρομαι

προδιαμαρτύρομαι, call to witness

προδια-μαρτύρομαι [ῡ],
  • call to witness or invoke beforehand, τινας Plb. 24.10.6 (v.l. προσδιαμαρτύρομαι).

Saved

Recent