Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προμελέτησις
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προμαντίων
προμάξιμον
προμαραίνω
προμαρτυρία
προμαρτύρομαι
προμασάομαι
προμάσσω
πρόμαστος
προμάτωρ
προμαχεῖα
προμαχέω
προμαχεών
προμαχητικός
προμάχια
προμαχίζω
προμαχιόνιον
προμάχομαι
προμαχόρμα
πρόμαχος
Πρόμαχος
προμαχών
Προμέδων
προμεθίημι
προμεθύσκομαι
προμεθύσκω
προμεθύω
προμείγνυμι
προμελαίνομαι
προμελαίνω
προμελετάω
προμελέτησις
Προμένεια
Προμένειος
προμένειος
προμένειος σίδη
Προμένης
προμένω
προμερίζω
προμεριμνάω
προμεσόζευξις
προμεσουράνημα
προμεταβάλλω
προμεταλλαγή
προμετρέω
προμέτρης
προμετρητής
προμετρητός
πρόμετρος
προμετωπίδιον
προμετωπίδιος
προμετωπίς
προμέτωπος
Προμεύς
προμήθεια
Προμήθεια
Προμήθειος
προμηθέομαι
προμηθεύομαι
Προμηθεύς
προμηθεύς
προμηθευτικός
…
προμελέτησις
Save
Pape
προμελέτησις
, ἡ,
vorhergehendes Ueben od. Treiben einer Kunst
, Cyrill.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}