προμηθεύομαι
προμηθεύομαι, to use forethought, take care
προμηθ-εύομαι, = foreg., c. acc., Alex.Aphr. Pr.Praef.
προμηθεύομαι, c. προμηθέομαι, A. Aphr. Probl. præf.
προμηθεύομαι, dep. med., = προμηθέομαι.
προμηθεύομαι, to use forethought, take care