προσανής
προσᾱνής, ές, Dor. for προσηνής (q.v.).
προσανής, v. προσηνής.
προσανής, [ᾱ], ές, dor. statt προσηνής, Pind. P. 3.52, 10.64.
προσᾱνής
- 1soothing πέποιθα ξενίᾳ προσανέι Θώρακος P. 10.64 pro subs., τοὺς δὲ προσανέα πίνοντας (sc. φάρμακα, simm.) P. 3.52
προσανής
προσ-ᾱνής, ές
Doric for προσηνής.