προσανοίγνυμι Save LSJ Bailly 2024 Pape προσαν-οίγνῡμι, open besides, D.C. 73.9. προσ·ανοίγνυμι, ouvrir en outre, DC. 73, 9. Étym. π. ἀνοίγω. προσανοίγνυμι, (οἴγνυμι), = προσανοίγω.