προσεπιρρέω
προσεπιρρέω, flow to besides
προσεπι-ρρέω,
- flow to besides, aor. προσεπιρρυῆναι Hp. Morb. 1.32.
προσ·επιρρέω (f. -ρρυήσομαι, ao. 2 προσεπερρύην, etc.) affluer en outre, Hpc. 461, 44.
προσεπιρρέω, (ῥέω), noch dazu fließen, Sp.