προσεπιπλέκω
προσεπιπλέκω, add
προσεπι-πλέκω,
- add, ὅτι . . Iamb. in Nic. p.19 P.
προσ·επιπλέκω, appliquer en outre, A. Tr. 8, 424.
προσεπιπλέκω, noch dazu flechten, Sp.
προσεπιπλέκω, add