προσεπισκέπτομαι Save LSJ Bailly 2024 Pape προσεπι-σκέπτομαι, = προσεπισκοπέω, Gal. 10.512, al. προσ·επισκέπτομαι, considérer en outre, Cal. 10, 173. προσεπισκέπτομαι, noch dazu betrachten, Sp.