προσκαταποντίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape προσκατα-ποντίζω, = sq.: metaph., τὴν βουλήν Lib. Or. 33.13. προσ·καταποντίζω, c. le suiv. Lib. 2, 246. προσκαταποντίζω, = προσκαταποντόω, Liban.