About Report a problem

Menu

προσκαταχρηματίζω

προσκατα-χρημᾰτίζω, pf. part. Pass. προσκατακεχρηματισμένην UPZ 26.7 (ii B.C.), miscopied from προσκατακεχωρισμένην, cf. *25.11.

Saved

Recent