προσκαταχράομαι
προσκαταχράομαι, kill besides
προσκατα-χράομαι,
- kill besides, τοὺς ἐχθρούς D.C. 72.14.
προσ·καταχράομαι-ῶμαι, faire périr en outre, DC. 72, 14.
προσκαταχράομαι, (χράομαι), noch dazu umbringen, DC. 72.14.