προϋποστέλλομαι
προϋποστέλλομαι, use abstinence first
προϋπο-στέλλομαι, Med.,
- use abstinence first, Archig. ap. Orib. 8.2.17.
- II Pass., to be placed beneath, προϋπέσταλται τοῖς ὑποχονδρίοις ὁ σπλὴν καὶ τὸ ἧπαρ Ruf. Anat. 28.