προϋπόστασις
προϋπό-στᾰσις, εως, ἡ,
- = προΰπαρξις, Dsc. Ther.Praef., Procl. Inst. 11, Dam. Pr. 118.
προϋπόστασις, εως (ἡ) [ᾰ] préexistence, Diosc. Iob. p. 55.
Étym. προϋφίστημι.
προϋπόστασις, ἡ, = προΰπαρξις, Sp., Diosc.