πρόδοξος
πρόδοξος, judging hastily
πρόδοξ-ος, ον,
- judging hastily, Phryn. PS p.8B., Phot. p.140R., Suid. s.v. ἄνθρωπος π.
πρόδοξος, urteilend, bevor man Einsicht erlangt hat, ἄνθρωπος, nach Phryn. in B.A. 6.28 ὁ προδοξάζων περί τινος οὐ τἀληθῆ, πρὶν ἢ σαφῶς καὶ μετὰ πίστεως ἐξετάσαι τὰ κατʼ αὐτόν, ἀστάθμητος.