Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πόσιμος
πόσιμος, drinkable
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ποσειδέων
ποσειδεωνίς
Ποσειδήϊον
Ποσειδηϊών
Ποσείδιον
Ποσείδιος
Ποσείδιππος
Ποσειδῶν
Ποσειδώνια
Ποσειδωνία
Ποσειδωνιάτης
Ποσειδώνιον
Ποσειδώνιος
Ποσειδωνοπετής
ποσέτης
ποσθαλίσκος
πόσθη
ποσθία
πόσθιον
πόσθων
ποσθωνεύς
ποσί
πόσι
Ποσίδειος
ποσίδεσμος
Ποσιδεών
Ποσιδήϊον
Ποσιδήϊος
Ποσιδηϊών
Ποσίδιππος
πόσιμος
ποσίνδα
πόσις
Ποσοιδαία
Ποσοιδάν
ποσοποιός
πόσος
ποσός
ποσοσύλλαβος
ποσότης
ποσόω
ποσσαέτης
ποσσάκι
ποσσῆμαρ
ποσσί
ποσσίκλυτος
ποσσίκροτος
πόσσις
ποσταῖος
ποστημόριον
ποστημόριος
πόστιον
πόστος
Ποστουμία
Ποστούμιος
Πόστουμος
ποσφέρω
ποσώδης
πόσως
ποσῶς
Ποσωχάρης
…
πόσιμος
Save
πόσιμος, drinkable
LSJ
πόσιμος, ον,
drinkable,
PSI
8.948.2, al. (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}