ποστημόριον Save ποστημόριον, fraction LSJ Bailly 2024 ποστημόριον and ποστήμορον, τό, fraction, Gloss. ποστημόριον, ου (τὸ) quelle part ? Orig. (Eus. P.E. 294c). Étym. πόστος, μόριον.