σαγμάτιον
σαγμάτιον, piece of clothing, cloak (dim.)
σαγμάτιον, τό,
- Dim. of σάγμα I, Arr. Epict. 4.1.80.
σαγμάτιον, ου (τὸ) [μᾰ] dim. du préc. Arr. Epict. 4, 1, 8.
σαγμάτιον, τό, dim. von σάγμα, Arr. Epict. 4.1.80.