σαλπιστής
σαλπ-ιστής, v. σαλπιγκτής.
σαλπιστής, οῦ (ὁ) c. σαλπικτής, Pol. 1, 45, 13 ; DH. 4, 17, etc.
σαλπιστής, ὁ, = σαλπιγκτής, Trompeter, spätere Form ; Pol. 1.45.13 ; Dion.Hal. 4.18.
Strong 4538
*
a trumpeter: Re 18:22.†