σιλιγνοπώλιον Save σιλιγνοπώλιον, siligo-flour LSJ σῐλιγν-οπώλιον, τό, perh. f.l. for σιλιγνοπάλιον (from πάλη (B)) siligo-flour, in Zos.Alch. p.221 B.