σίλι
σίλι, τό,
- = κροτών, Plin. HN 15.25.
- II = σέσελι, ib. 20.36, Fest. s.v. silatum.
σίλι, τό, = σιλλικύπριον.
σίλι
- = κρότων or κίκι, called in Hdt. σιλλικύπριον, τό.