σιλλικύπριον
σιλλικύπριον, castor-oil tree
σιλλικύπριον, τό,
- = σέσελι Κύπριον, Hdt. 2.94.
σιλλικύπριον, ου (τὸ) ricin, arbre, Hdt. 2, 94 ; Diosc. 4, 164.
σιλλικύπριον, τό, auch σιλικύπριον, = σίλι od. ägypt. κῖκι, der Wunderbaum, Her. 2.94.