σκανδάλη Save LSJ Bailly 2024 σκανδάλ-η [ᾰ], ἡ, = sq. [σκανδάληθρον], Alciphr. 3.22. σκανδάλη, ης (ἡ) [δᾰ] c. le suiv. Alciphr. 3, 22, 1.