σκαμμώνιον Save σκαμμώνιον, scammony, Convolvulus Bailly 2024 Pape σκαμμώνιον, ου (τὸ) c. le préc. Nic. Al. 578. σκαμμώνιον, τό, = σκαμωνία, Nic. Al. 578.