σκαπανεύς
σκαπανεύς, digger
σκᾰπᾰν-εύς, έως, ὁ,
- digger, Lyc. 652, Phld. Rh. 1.189 S., Str. 2.5.1, 3.4.4, Luc. Tim. 7, Vit.Auct. 7.
σκαπανεύς, έως (ὁ) [ᾰᾰ] c. σκαφεύς, Str. 2, 5, 1 Kram. ; Jos. A.J. 6, 3, 5 ; Lyc. 652 ; Luc. V. auct. 7, Tim. 7.
σκαπανεύς, ὁ, = σκαφεύς, Luc. Tim. 7 u. a.Sp.
σκαπανεύς
σκᾰπᾰνεύς, έως, ὁ,
= σκαφεύς, Luc.