σκυμνίον Save LSJ Bailly 2024 Pape σκυμν-ίον, τό, Dim. of σκύμνος, σ. τῆς φώκης, τῆς ἄρκτου, Arist. HA 608b25, 611b32. σκυμνίον, ου (τὸ) dim. du suiv. Arstt. H.A. 9, 6, 1. σκυμνίον, τό, dim. von σκύμνος, Arist. H.A. 9.1.