σκυλόδεψος
σκῠλόδεψ-ος, ὁ,
- = foreg. [σκυλοδέψης], D. 25.38, prob. in IG 2(2).1556.34: σκυλοδεσφ[, ib. 12.645.
σκυλό·δεψος, ου (ὁ) [ῠ] c le préc. Dém. 781, 18.
σκυλόδεψος, = σκυλοδέψης, auch σκυλάδεψος, Dem. 25.38.