Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σκύλλος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Σκύλαξ
σκυλατικός
σκυλάω
σκυλεία
σκύλευμα
σκυλευμός
σκύλευσις
σκυλευτής
σκυλευτικός
σκυλεύω
Σκύλης
σκυλήτρια
σκυληφόρος
σκύλιον
Σκύλιος
σκύλιος
Σκύλλα
σκύλλα
Σκύλλαιον
Σκυλλανίς
σκύλλαρος
Σκύλλη
Σκυλλητικός
Σκυλλητῖνος
Σκυλλήτιον
Σκυλλίης
σκυλλίς
Σκυλλίς
Σκυλλίτας
σκυλλοπνίκτης
σκύλλος
Σκύλλος
σκύλλω
σκύλμα
σκυλμός
σκυλμώδης
σκυλοδεψέω
σκυλοδέψης
σκυλόδεψος
σκῦλον
σκύλον
σκύλος
σκυλοφόρος
σκυλοχαρής
σκυλόω
σκύλσις
σκυλτικός
Σκυμβράτης
σκυμναγωγέω
σκύμνειος
σκυμνεύω
σκυμνίον
σκύμνος
Σκύμνος
σκυμνοτοκέω
σκυνίζει
σκύνιον
σκυξιφόν
σκύπφειος
σκύπφος
Σκύρας
…
σκύλλος
Save
LSJ
σκύλλος or
σκύλος
, ὁ,
=
σκύλαξ,
EM
720.19,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}