σπαδόνισμα
σπαδόνισμα, flaccidity
σπᾰδόν-ισμα, ατος, τό,
- flaccidity, μαστῶν AP 5.203 (Mel., pl.).
σπαδόνισμα, ατος (τὸ) [πᾰ] tiraillement, Anth. 5, 204.
Étym. σπαδονίζω.
σπαδόνισμα, τό, = σπαδονισμός, σπαδονίσματα μαστῶν χαλᾴ, Mel. 67 (V.204).