σοφίστρια
σοφίστρια, female sophist
σοφίστρια, ἡ, fem. of σοφιστής, coined by Pl. Euthd. 297c.
σοφίστρια, ας (ἡ) fém. de σοφιστής, Plat. Euthyd. 297c.
σοφίστρια, ἡ, fem. zu σοφιστής ; Plat. Euthyd. 297c ; Suid. v. Ἀσπασία.
σοφίστρια, ἡ,
fem. of σοφιστής, Plat.