About Report a problem

Menu

συμμάρπτω

συμμάρπτω, to seize

συμμάρπτω,
  • seize or grasp together, συμμάρψας δόνακας μυρίκης τʼ . . ὄζους Il. 10.467; πᾶσαν γενεήν Orac. ap. Hdt. 6.86.γʹ; σὺν δὲ δύω μάρψας Od. 9.289, cf. E. Cyc. 397.

Saved

Recent