Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συμπυρπολέω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συμπροχέω
συμπροχωρέω
συμπρυτανεύω
συμπρύτανις
συμπρῶτα
σύμπρωτος
συμπταίω
συμπτερόομαι
συμπτερόω
συμπτερύσσομαι
συμπτυκτικός
σύμπτυκτος
σύμπτυξις
συμπτύσσω
σύμπτυστος
συμπτυχή
συμπτωθέν
σύμπτωμα
συμπτωματικός
συμπτωματικῶς
συμπτωσία
σύμπτωσις
συμπτωτός
σύμπτωχος
συμπυκάζω
σύμπυκνος
συμπυκνόω
συμπυνθάνομαι
συμπυριάω
συμπυρόω
συμπυρπολέω
σύμπωθι
συμπωλέω
συμπωρόομαι
συμπωρόω
συμφαγεῖν
συμφάγῃ
συμφάγω
συμφαής
συμφαίνομαι
συμφάναι
συμφάνεια
συμφανερόω
συμφανής
σύμφανσις
συμφαντάζομαι
συμφαντικός
συμφανῶς
σύμφασις
συμφάσκω
συμφατικός
συμφέρει
συμφέρον
συμφερόντως
συμφερτός
συμφέρω
συμφερώτερος
συμφεύγω
σύμφημι
συμφήτωρ
συμφθάνω
…
συμπυρπολέω
Save
LSJ
συμπυρπολέω, = foreg.,
Tz.
H.
11.83 (Pass.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}