συμφάσκω Save συμφάσκω, assent LSJ Bailly 2024 συμφάσκω, = σύμφημι, τῇ μητρί J. AJ 20.2.4: abs., Aristid. 1.430, 2.306J. συμ·φάσκω, c. σύμφημι, Jos. A.J. 20, 2, 5.