συναναρριπτέω
συναναρριπτέω, to throw up together
συναναρριπτέω,
- throw up together, v.l. for ἀν-, Luc. Zeux. 10.
συν·αναρριπτέω-ῶ, lancer ensemble, Luc. Zeux. 10.
συναναρριπτέω, = συναναρρίπτω, Luc. Zeux. 10.
συναναρριπτέω
- to throw up together, Luc.