About Report a problem

Menu

συνασχαλάω

συνασχαλάω, to sympathise indignantly with

συνασχᾰλάω,
  • sympathize indignantly with, τίς οὐ ξυνασχαλᾷ κακοῖς τεοῖσι; A. Pr. 162 (lyr.), cf. 245; but in 305, θεωρήσων τύχας ἐμὰς . ., καὶ ξυνασχαλῶν κακοῖς, ξυνασχαλῶν must be fut. of συνασχάλλω.

Saved

Recent