συνεδριάζω Save LSJ Bailly 2024 Pape συνεδρ-ιάζω, = συνεδρεύω, LXX Pr. 3.32. συνεδριάζω, c. συνεδρεύω, Spt. Prov. 3, 32. Étym. συνέδριον. συνεδριάζω, = συνεδρεύω, LXX.