συνεδριάομαι
συνεδριάομαι, sit (in council) together
συνεδρ-ιάομαι, poet. for συνεδρεύω, A.R. 1.328.
συνεδριάομαι-ῶμαι, c. συνεδρεύω, A. Rh. 1, 328.
Étym. συνέδριον.
συνεδριάομαι, poet. = συνεδρεύω, Ap.Rh. 1.328.
συνεδριάομαι, sit (in council) together