About Report a problem

Menu

συσσαρκωτικός

συσσαρκωτικός, depending on

συσσαρκ-ωτικός, ή, όν,
  • depending on συσσάρκωσις, ἀποθεραπείας τρόπος οὐκ ἔναιμος ἀλλὰ σ. Antyll. ap. Orib. 45.15.9.

Saved

Recent