συσσαρκωτικός
συσσαρκωτικός, depending on
συσσαρκ-ωτικός, ή, όν,
- depending on συσσάρκωσις, ἀποθεραπείας τρόπος οὐκ ἔναιμος ἀλλὰ σ. Antyll. ap. Orib. 45.15.9.
συσσαρκωτικός, ή, όν, qui réunit ou consolide les chairs, P. Eg. 154, 264 Briau.
Étym. συσσαρκόω.