ταινιώδης
ταινι-ώδης, ες,
- = ταινιοειδής, Thphr. Ign. 72.
ταινιώδης, ης, ες, c. ταινιοειδής, Th. Ign. 72.
Étym. ταινία, -ωδης.
ταινιώδης, ες, von der Art, Gestalt eines Bandes, einer Binde, eines Streifens, ξύλα, Theophr. S. ταινία.