Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τακηρός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ταίναρος
ταινί
ταινία
ταινιάζω
ταινίδιον
ταινίν
ταινιοειδής
ταινίον
ταινιόπωλις
ταινιόω
ταινιώδης
ταινιωτικός
Ταινιωτικός
ταινιωτικὸς οἶνος
ταιννί
ταῖσι
ταΐτης
ταἴτιον
τἀκ
τἀκάτειον
τάκεαι
τἀκεῖ
τἀκείνων
τακείς
τακερός
τακερόχρως
τακερόω
τακερῶς
τακέρωσις
τακῆναι
τακηρός
τάκιστα
Τακίτα
τακτέον
τάκτης
τακτικός
τακτόμισθος
τακτός
τάκω
τάκων
τάκωνες
τάλα
Ταλάβριγα
Ταλαβρόκη
ταλαεργός
Ταλαιμένης
ταλαίμοχθος
τάλαινα
Ταλαιονίδας
Ταλαϊονίδης
ταλαιπαθής
ταλαιπωρέω
ταλαιπώρημα
ταλαιπώρησις
ταλαιπωρία
ταλαιπωρίζω
ταλαιπωρίη
ταλαιπωρικός
ταλαιπωρισμός
ταλαίπωρος
ταλαιπώρως
…
τακηρός
Save
LSJ
τᾰκηρός, ά, όν,
= τακερός,
Dsc.
1.106.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}