τεχνοσύνη Save Bailly 2024 Pape τεχνοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] poét. c. τέχνη, Anth. 6, 4. τεχνοσύνη, ἡ, p. = τέχνη, Leon.Tar. 25 (VI.4).