Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τεχνήτωρ
τεχνήτωρ, artificer, maker
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τεφρός
τεφρόω
τεφρώδης
τέφρωσις
τεχθείς
τεχθῆναι
τέχνα
τεχνάεις
τεχνάζω
Τέχνακτις
τεχνάομαι
τεχνάρχης
τέχνασμα
τεχνασμός
τεχναστέον
τεχναστής
τεχναστός
τεχνάω
τέχνη
τεχνήδιον
τεχνήδριον
τεχνήεις
τεχνηέντως
τέχνημα
τεχνήμων
τέχνησις
τεχνῆσσαι
τεχνήτης
τεχνητικός
τεχνητός
τεχνήτωρ
τεχνίδιον
τεχνικός
τεχνικῶς
τεχνίον
τέχνιον
τεχνιτεία
τεχνίτευμα
τεχνιτεύω
τεχνίτης
τεχνιτικός
τεχνῖτις
τεχνογραφέω
τεχνογραφικός
τεχνογράφος
τεχνοδίαιτος
τεχνοειδής
τεχνολογέω
τεχνολογητέον
τεχνολογία
τεχνολογικῶς
τεχνολόγος
τεχνοπαίγνιον
τεχνοπαράδοτος
τεχνοποιέω
τεχνοπωλικός
τεχνοσύνα
τεχνοσύνη
τεχνουργέω
τεχνούργημα
τεχνουργία
…
τεχνήτωρ
Save
τεχνήτωρ, artificer, maker
LSJ
τεχν-ήτωρ, ορος, ὁ,
artificer, maker,
μύρων
Man.
2.327.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}