τιγγάβαρι
τιγγάβᾰρι [γᾰ], τό, Att. for κιννάβαρι, Diocl.Com. 9, 10 (dub. l., -βαρυ cod. Hsch., Theognost. Can. 120).
τιγγάβαρι (τὸ) [ᾰᾰ] c. κιννάβαρι, Diocl. (Com. fr. 2, 840).
τιγγάβαρι, τό, att. statt κιννάβαρι, Zinnober, VLL aus Diocl. com.