τιαροφόρος Save LSJ Bailly 2024 Pape τῐᾱρο-φόρος, ον, v. τιαραφόρος. τιαρο·φόρος, ος, ον [ᾱ] qui porte une tiare, M. Tyr. 26, 7. Étym. τ. φέρω. τιαροφόρος, eine Tiara tragend, Sp.