τριωβολιαῖος
τριωβολιαῖος, weighing three obols
τρῐωβολ-ιαῖος, α, ον,
- weighing three obols, τροχίσκοι Dsc. 1.99, Gal. 14.161.
τριωβολιαῖος, α, ον du prix de trois oboles, Diosc. 1, 131 ; Gal. 13, 914 ; A. Tr. 8, p. 445, 447.
Étym. τριώβολον.
τριωβολιαῖος, = τριωβολιμαῖος, Diosc.