τριώδους Save LSJ Bailly 2024 τρῐ-ώδους, οντος, ὁ, = τριόδους (which is v.l.), Arist. HA 537a27, 608b17. τρι·ώδους, -ώδοντος (ὁ) c. τριόδους, Arstt. H.A. 4, 10, 10 ; 9, 1, 8.