τρίχρως Save LSJ Bailly 2024 Pape τρί-χρως, ωτος, ὁ, ἡ, = foreg., Arist. Mete. 371b33, 375a1. τρί·χρως, gén. ωτος (ὁ, ἡ) c. les préc. Arstt. Meteor. 3, 2, 4. Étym. τρ. χρώς. τρίχρως, ωτος, = τριχρώματος, Arist. meteor. 3.2.