φαικός Save LSJ Bailly 2024 Pape φαικός, ή, όν, = λαμπρός, S. Fr. 1107. Adv. -κῶς Hsch. φαικός, ή, όν, c. φαιδρός, Soph. fr. 954. φαικός, = φαιδρός, λαμπρός, Soph. fr. 954 bei Phot. u. Hesych.