Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Φαινιππίδης
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φαίδρυμα
φαιδρυντής
φαιδρυντικός
φαιδρύντρια
φαιδρύνω
φαίδρυσμα
φαιδρωπός
φαιδρῶς
Φαιδύμη
φαιδυντής
Φαίδων
Φαιδώνδης
Φαιδωνίδης
Φαίηκες
φαίην
φαίκανον
φαικάς
φαικάσιον
φαίκλα
φαικός
φαιλόνη
φαιλόνης
φαῖμι
Φαιναρέτη
Φαινέας
φαινέσκετο
Φαινεστέλλας
Φαινέστιος
φαινίνδα
φαινίνδα παίζειν
Φαινιππίδης
Φαίνιππος
φαινίς
Φαινίς
Φαινόκριτος
φαινόλη
φαινόλης
φαινόλις
φαινολίς
φαινολοθήκη
φαινομένηφι
φαινομένῃφιν
φαινομένως
φαινομηρίς
φαινόπους
φαινοπροσωπέω
φαινοπροσωπητέον
φαινοῦκλον
φαῖνοψ
Φαῖνοψ
φαίνω
Φαινώ
Φαίνων
φαίνων
φαινῶπις
φαινώψ
φαίνωψ
φαιοκχίτων
φαιός
φαιότης
φαιουρός
…
Φαινιππίδης
Save
Bailly 2024
Φαινιππίδης,
ου
(
ὁ
)
Phænippidès,
h.
Lys.
136, 9
.
Étym.
patr. du suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}