φαιδρύντρια
φαιδρύντρια, washer
φαιδρύν-τρια, ἡ, fem. of φαιδρυντής, σπαργάνων φ.
- washer of baby-linen, A. Ch. 759.
φαιδρύντρια, ας (ἡ) fém. c. le préc. Eschl. Ch. 759.
φαιδρύντρια, ἡ, fem. zu φαιδρυντής, σπαργάνων, Wäscherin, Aesch. Ch. 748.